The Poppy Field near Argenteuil, 1873, Claude Monet
ARTE POETICA
1
Asustadiza gracia del poema:
flor temerosa, recatada en yema.
2
Y se cierra, como la sensitiva,
si la llega a tocar la mano viva.
3
—Mano mejor que la mano de Orfeo,
mano que la presumo y no la creo,
4
para traer la Eurídice dormida
hasta la superficie de la vida.
ΠΟΙΗΤΙΚΗ ΤΕΧΝΗ
1
Η τρεμάμενη ομορφιά του ποιήματος:
άνθος ντροπαλό, δειλό μες στο μπουμπούκι του.
2
Και μαζεύεται, όπως η μιμόζα,
όταν την αγγίζει παλάμη ζωντανή.
3
Χέρι καλύτερο απ’ το χέρι του Ορφέα,
χέρι που σαστίζω κι ωστόσο δεν πιστεύω,
4
την κοιμισμένη, για να φέρει, Ευριδίκη
ως την επιφάνεια της ζωής.
Από τη συλλογή: Η κοιλάδα και το άλσος, 1944
Glosa de mi tierra
Amapolita morada
del valle donde nací:
sino estás enamorada,
enamórate de mí.
I
ADUERMA el rojo clavel
o el blanco jazmín las sienes;
que el cardo es sólo desdenes,
y sólo furia el laurel.
Dé el monacillo su miel,
y la naranja rugada
y la sedienta granada
zumo y sangre —oro y rubí—;
que yo te prefiero a ti,
amapolita morada.
II
AL PIE de la higuera hojosa
tiende el manto la alfombrilla;
crecen la anacua sencilla
y la cortesana rosa;
donde no la mariposa,
tornasola el colibrí.
Pero te prefiero a ti,
de quien la mano se aleja:
vaso en que duerme la queja
del valle donde nací.
III
CUANDO, al renacer el día
y al despertar de la siesta,
hacen las urracas fiesta
y salvas de gritería,
¿por qué, amapola, tan fría,
o tan pura, o tan callada?
¿Por qué, sin decirme nada,
me infundes un ansia incierta
—copa exhausta, mano abierta—
si no estás enamorada?
IV
¿Nacerán estrellas de oro
de tu cáliz tremulento
—norma para el pensamiento
o bujeta para el lloro?—
No vale un canto sonoro
el silencio que te oí.
Apurando estoy en ti
cuánto la música yerra.
Amapola de mi tierra:
enamórate de mí.
ΥΜΝΟΣ ΣΤΗ ΓΗ ΜΟΥ
Μικρή μου μενεξεδιά παπαρούνα,
εκείνης της κοιλάδας όπου έχω γεννηθεί·
αν δεν ερωτεύτηκες,
εμένα η καρδιά σου να ερωτευτεί.
I
Ας αποκοιμηθεί το κόκκινο γαρύφαλλο
ή το λευκό γιασεμί επάνω στους κροτάφους,
γιατί το γαϊδουράγκαθο φέρνει μονάχα απόρριψη
κι η δάφνη μόνο οργή.
Η ταπεινή μέλισσα το μέλι της ας δώσει,
κι η γέρικη πορτοκαλιά ας δώσει τον καρπό
κι η διψασμένη η ροδιά
χυμό και αίμα φέρνοντας — χρυσάφι και ρουμπίνι·
γιατί εσένα προτιμώ
μικρή μου μενεξεδιά παπαρούνα.
II
Κάτω απ’ τα φύλλα της συκιάς,
που στρώνει ο ίσκιος το χαλί,
λιτό φυτρώνει το ανακούα
κι η εκλεπτυσμένη η ροδιά
όπου πεταλούδα δεν πετά
και στραφταλίζουν κολιμπρί.
Μα σένα προτιμώ, μικρή μου παπαρούνα,
που ξένο χέρι δεν την φτάνει —
ποτήρι που αναπαύεται μέσα το παράπονο
εκείνης της κοιλάδας όπου έχω γεννηθεί.
III
Όταν γεννιέται η νέα μέρα
και στο ξύπνημα απ’ τη σιέστα
καρακάξες κρώζουνε
που κάνουνε γιορτή,
μικρή μου παπαρούνα, γιατί μένεις ψυχρή;
Γιατί είσαι τόσο απόμακρη
και τόσο σιωπηλή;
Γιατί, δίχως μια λέξη
μια αγωνία αβέβαιη, εσύ, μου προκαλείς
—ποτήρι που' μεινε αδειανό
με του χεριού την προσμονή—
αν δεν ερωτεύτηκες;
IV
Θα γεννηθούν αστέρια χρυσαφένια
μέσα από τον κάλυκα, αυτόν που αναρριγεί
—κανόνας να’ναι λογισμού
ή στάμνα των δακρύων;—
Ένα τραγούδι ηχηρό
ούτε που φτάνει τη σιωπή
αυτή που σ’ αφουγκράστηκα.
Πώς πέφτει έξω η μουσική,
όταν εισβάλλω μέσα σου!
Της γης μου παπαρούνα:
εμένα η καρδιά σου να ερωτευτεί.
Μετάφραση: Ματούλα Λιμνιώτη
Πηγή πρωτοτύπου του «Glosa de mi tierra»: Centro Virtual Cervantes

