Hunters in the snow, 1565, Pieter Bruegel the Elder
Όταν οι μέρες
είναι γιορτινές
Φορά η μελαγχολία
τα γυαλιά της.
Όπως το ταυ από
τη λέξη «τυφλός»
Κρύβει τις άφωτες
κοιλότητες
Κάτω από δυο
γαλαζωπές μεμβράνες.
Κεριά,
χρυσόχαρτα, πυροτεχνήματα,
Κρασί που
αστράφτει, μουσική, εκρήξεις γέλιου,
Όλοι σε μια
συμμετοχή ολόφωτη,
Αφού, όταν
πεθάνει άγγελος στο υπόγειο,
Γίνεσαι συνεργός
στο φόνο
Και θες δε θες
τυλίγεις το άυλο σώμα
Στα δυο του απαλότατα
φτερά.
Το χρυσάφι του
τελευταίου του βλέμματος
Το αποθέτεις σε
κοινή μπιζουτιέρα
Και επιστρέφεις
διαλύοντας με χάρη
Αναβράζοντας δισκία
στο ποτό.
Κανείς ποτέ δε θα
σε συγχωρέσει.
Ούτε ο θεός ούτε
οι προσκεκλημένοι.
Εκείνος θα
επιτεθεί το ξημέρωμα.
Δύσπνοια,
αρρυθμία, ντροπή.
Εκείνοι με χαρά
κι εμπιστοσύνη
Θα βυθίσουν τη
μύτη στη σούπα τους.
Εδώ και τώρα θα
πνιγεί το ρεβεγιόν
Σε ζωμό απαράμιλλης
τέχνης
Εδώ και τώρα θ’αρχίσει
ο χορός.
Δήμητρα Χ. Χριστοδούλου
«Τ», Σημειωματάριο της κακής υγείας
από την ανθολογία 4x4, εκδόσεις ΑΩ.
***
Στις δώδεκα στο
φώτο φίνις
πουλαράκι μονοετές
απ΄ την οθόνη
ξεμπουκάρει
συντρίμμι στο χαλί
το νέον έτος.
Ο αναβάτης
τροπαιοφόρος θα διαγγείλει τώρα.
Μέσα οι γυναίκες
μουσακάδες τριώροφοι.
Τι λέτε ρε, το ξέρετε
πως το ΄55
εγώ νοστάλγησα το
μέλλον
και γεννήθηκα;
Και αυτόν τον
τύπο να τόνε κεράσετε
μια ελίτσα με
κουκούτσι
για να μπερδευτεί.
Και φέρτε τώρα
όλο το ψυγείο μπροστά μου.
Και τη
βασιλόπιτα.
Δώσ’ το μαχαίρι:
Ένα της ποίησης
άλλο της ποίησης
τρίτο της ποίησης…
Γιάννης Βαρβέρης
«Ρεβεγιόν» από τη συλλογή Ο θάνατος το στρώνει
Ποιήματα, τόμος Α΄, εκδόσεις Κέδρος
Χρόνια πολλά
λεν οι ζωντανοί.
Χιόνια πολλά
απαντούν οι πεθαμένοι.
Γιάννης Βαρβέρης
από τη συλλογή «Άκυρο θαύμα»
Ποιήματα, τόμος Α΄, εκδόσεις Κέδρος

_-_Google_Art_Project.jpg)