ΤΑ ΕΣΠΕΡΙΑ
Βράδυ.
Ελαιώδη τα νερά
του προλιμένος,
βαριά, σαν
υδραργυρικά,
με κάτι ιώδεις
αποχρώσεις,
κάτι θαμπούς
μεταλλισμούς
κι αποχαυνώσεις ρόδινες…
Ναι, κάτι τέτοιες
ευδαιμονικές βραδιές,
ανώδυνες,
περιπλανώμενες βραδιές
μέσα στα θέρη,
διστακτικές να
σβήσουν,
διστακτικές να
καταλύσουν
την ονειροκρατία προς
δυσμάς
μετά το πέσιμο
του ήλιου,
—ενώ μια θεία μεσοβασιλεία
γνωρίζει πια το
φως που μας δυνάστευε
απ’ την αρχόμενη του σκότους μοναρχία —
ναι, κάτι τέτοιες
βραδιές,
στα ελαιώδη νερά
του προλιμένος,
μετακινείται κύκνεια
ένα μεγάλο πλοίο,
μετακινείται παίρνοντας
κατεύθυνση προς τ’ ανοιχτά,
μ’ εκείνο το
περιφρονητικό του μεγαλείο
των μακρινών
αναχωρήσεων…
—Κι ίσως δεν είναι πλοίο,
ίσως είναι το παν
που φεύγει,
όλα που φεύγουν — Όλα.
ΞΑΝΘΟΥ ΓΕΝΟΥΣ
Πεινάω την
παρουσία σου,
τα στάχυα των
μαλλιών σου
άρτος ερωτικός
πάλι να γίνουν,
τρελός σαν τότες
να φιλάω τις παλάμες σου
και τη γλυκιά
μελένια πέτρα στο παράξενό
σου δαχτυλίδι του
παράμεσου…
ΚΥΠΑΡΙΣΣΙ
Μουντή, λιγνή
πράσινη φλόγα
ποια κρύα φωτιά
να σ’ αναδίνει;
Tι λύσσα να’χει η
καταιγίδα
που όλο φυσά και
δε σε σβήνει!
Από τη συλλογή Άθροισμα
1933-Ποίηση- 1983, Κέδρος


Δεν υπάρχουν σχόλια:
Δημοσίευση σχολίου