30 Δεκεμβρίου 2025

Fereydoun Faryad

 



                                  Girl with a Pomegranate, 1875, William Bouguereau



Ροδιές ανάψανε φωτιές  στον κήπο.

Τρία κάτασπρα ελάφια ήρθαν στο ρυάκι.

Το τρίτο δεν πίνει νερό,

σε κοιτάζει.

*

 

Αποταμίευσε το φως,

έχεις μπροστά σου πολλούς δρόμους,

πολλές νύχτες.

*

 

Τρία δέντρα, δυο άσπρα κουνέλια,

                         μια άδεια καρέκλα.

Εγώ λείπω.

*

 

Πόλεμοι, χρόνια, σκοτωμένοι.

Περισσότερο γερνάνε οι μητέρες.

*

 

Καθένας  με τα όπλα του

πολεμάει το σκοτάδι.

Εσύ με το ντουφέκι σου,

το άστρο με τις αχτίνες του

κι εγώ με το ποίημα.


                                                                 Aπό τη συλλογή : Ουρανός χωρίς Διαβατήριο

16 Δεκεμβρίου 2025

Oliverio Girondo

 





                                       Vista de Sevilla, 1726, Anonymous



ΣΕΒΙΛΛΙΑΝΙΚΟ ΣΚΙΤΣΟ


 

Ο ήλιος σχηματίζει «μενεξεδένιους» μαύρους

κύκλους κάτω από τις μαρκίζες των σπιτιών,

αφυδατώνει την επιδερμίδα πουκαμίσων

που κρέμονται απαγχονισμένα στη μέση του

δρόμου.

 

Παράθυρα με ανάσα και χείλη γυναίκας!

 

Περνούν σκυλιά με γοφούς χορευτών. Νταβα-

τζήδες με παντελόνια γυαλιστερά και μαύρα σαν

κατράμι. Ψωράλογα που την Κυριακή θα ξεκοι-

λιαστούν στην αρένα.

 

Οι αυλές κατασκευάζουν ανθούς πορτοκαλιάς

και αρραβώνες!

 

Υπάρχει μια κάπα πιασμένη σε ένα κάγκελο

που συσπάται σαν νυχτερίδα. Ένας ιερέας του

Θουρμπαράν που πουλάει σε ένα παλαιοπώλη

ένα φαιλόνιο κλεμμένο από το σκευοφυλάκιο.

Μάτια υπερβολικά που σαν κοιτάνε ανοίγουν

πληγές.

 

Οι γυναίκες έχουν τους πόρους ανοιχτούς σαν

μικρές βεντούζες και θερμοκρασία εφτά δέκατα

πιο υψηλή από το φυσιολογικό.

 

 

                                                                            Σεβίλλη, Μάρτιος 1920



                                                               Από τη συλλογή: Είκοσι ποιήματα για να 

                                                                                              διαβαστούν στο Τραμ

                                                         Εισαγωγή- Επιμέλεια μετάφρασης: Κωνσταντίνος Παλαιολόγος

                                                                                                     

16 Νοεμβρίου 2025

Denise Levertov

 


                                          La Liseuse, 1876, Auguste Renoir


ΤΟ ΜΥΣΤΙΚΟ


Δύο κορίτσια ανακάλυψαν
το μυστικό της ζωής
σε
μια απρόσμενη ποιητική
φράση.

Εγώ, που δεν κατέχω
το μυστικό, είμαι αυτή που έγραψα
εκείνη τη φράση. 
Μου το  είπαν
(μέσω κάποιου τρίτου)
ότι το είχαν βρει
αλλά όχι τι ήταν
ούτε καν
ποιος στίχος ήταν. Αναμφίβολα
πια, πάνω από μια εβδομάδα
μετά, θα  έχουν κιόλας ξεχάσει
το μυστικό αυτό,
τον στίχο, ακόμα και το όνομα
του ποιήματος.

Κι όμως εγώ τις αγαπώ 
που βρίσκουν ό,τι
εγώ δεν μπορώ να βρω,
και που με αγαπούν
για τον στίχο που έγραψα,
και που τον ξεχνούν
ώστε
χίλιες φορές, μέχρι ο θάνατος
να τους βρει, να μπορούν
να τον ανακαλύψουν ξανά, σε άλλους
στίχους,
σε άλλα
συμβάντα. Και που
θέλουν να το βρουν,
πεπεισμένες ότι υπάρχει πράγματι 
ένα τέτοιο μυστικό, ναι,
γι’ αυτό, κυρίως,
πάνω απ’ όλα.


                                                                                                   Μετάφραση: Ματούλα Λιμνιώτη

29 Οκτωβρίου 2025

Δημήτρης Γ. Παπαστεργίου, "Όλα στο μαύρο"




[Στην ακτογραμμή της ομορφιάς σου…]

 

 

Στην ακτογραμμή της ομορφιάς σου

τραβούν τις βάρκες τους

Σαρακηνοί και Νορμανδοί.

 

Εσύ λείπεις χρόνια.

 

Αυτό το σώμα είναι πλασμένο

για υπερπόντιους έρωτες.

 

Το σώμα σου η πατρίδα μου,

του πρόσφυγα η πατρίδα.

 

 

*   *   *



 

[Σαν το γιασεμί και συ…]

 

 

Σαν το γιασεμί και συ

τις νύχτες τραγουδάς τις ευωδιές σου,

λουλούδι μου,

τσουρέκι μου,

αμυγδαλάκι μου καραμελωμένο.

 

Νησί της σωτηρίας ή

ψευδαισθήσεις και παραισθήσεις.

 

Ηττήθηκα απ’ το κρασί.

Σαν μυστικό αλώθηκα,

προδόθηκα σαν πατρίδα.

 

 

*   *   *

 

 

 

 

[Επιλογή στον ίσκιο σου να ζω…]

 

 

Επιλογή

στον ίσκιο σου να ζω και ν’ ανασαίνω·

αφίσα

που επάνω της κολλήθηκε άλλη αφίσα.

 

(Αν προσπαθήσει κάποιος να τις ξεχωρίσει

στα δάχτυλά του οι σάρκες τους

σαν κρόσσια θ’ ανεμίζουν·

 

κι όσο για τα γραμμένα της,

θε να διαβάσει τόσα,

όσα η πάνωθε αφίσα επιτρέψει).

 

 

*   *   *

 

 

 

[Χρόνια μετά, τα λόγια σου…]

 

 

Χρόνια μετά, τα λόγια σου, πλανιούνται στον αέρα.

Τα πιάνουνε οι μάγισσες με τ’ ακροδάχτυλά τους

και τρίμματα υποσχέσεων τα κάνουν,

χρυσόσκονη επάνω απ’ τα βρέφη.

Κουνούν τα ποδαράκια τους εκείνα και γελούνε.

 

Στο δάσος τα ελάφια

γυρνούν σαγηνευμένα το κεφάλι,

αποξεχνιούνται,

γαληνεύουν.

 

Κι ο λύκος στα δυο μέτρα.

 

 

*   *   *

 

 

 

[Το νιώθεις το κακό…]

 

 

Το νιώθεις το κακό,

τις ώρες

που αργά σε κατακλύζει.

Προχθές

με μίσος σκότωσα στο δώμα μιαν αράχνη,

εχθές

έβρισα άσχημα έναν συνάδελφό μου

και λίγη ώρα πριν

απ’ την Εδέμ σε εξόρισα

 

διότι

ο Παράδεισος

που μέσα μου μεγάλωνες

 

άρχισε να με πνίγει.

 

 

*   *   *

 

 

 

[Νερό, λίγο νερό…]

 

 

Νερό,

λίγο νερό,

διψάω.

Δυο τρεις σταγόνες στάξε μου

στα χείλη, αγαπημένη.

 

Το όνομά μου μη ρωτάς·

Ιβάν, Δημήτρης, Παύλος,

τι νόημα έχει πλέον;

 

Έτσι, καθώς ακούγεται η μάχη να τελειώνει,

λίγο ας πιστέψω ότι συμπονέθηκα κι εγώ

κι ας φύγω μ’ ένα ψέμα

 

και τελευταία εικόνα μου

 

το δέντρο που μαράθηκε

στο σφιχταγκάλιασμά μου.

 

 

*   *   *

 

 

 

[Τρεις φλέβες…]

 

 

Τρεις φλέβες.

Και τις τρεις, τις κράτησες για σένα.

Του Δούναβη, την έκανες στολίδι,

του κρασιού, την πίνεις σαν νεράκι,

και του έρωτα την έσκισες στα δύο.

 

Ένας κόκκινος λεκές στο πουκάμισο,

απλώνεται, απλώνεται

και όλα ξεθωριάζουν και παγώνουν.

 

Μέσα μου χορεύει βαλς

ένας ματωμένος Δούναβης.

 

 

*   *   *

 

 

 

[Ήθελα να σε θαυμάζω μαγεμένος…]

 

 

Ήθελα να σε θαυμάζω μαγεμένος

όπως παιδί σε παιχνιδούπολη,

το κάθε μπράτσο σου

−ίδιο καρβέλι φρέσκο−

να φιλήσω αντίδωρο,

τις μασχάλες σου

που μοιάζουνε μικρά αιδοία

να προσκυνήσω,

τα πόδια σου, τα στήθια σου,

να τα αγγίξω τρυφερά

καθώς ο γλύπτης που χαϊδεύει το αριστούργημά του.

 

Ήθελα

για μια ολόκληρη ζωή να σε υμνώ

πέντε φορές τη μέρα σαν τον μουεζίνη,

γυμνά τα πέλματά σου

να ηχήσουν στο μωσαϊκό

κάθε πικρού μου Αυγούστου.

 

Να γράψω ήθελα

όλα τα νέα ποιήματά μου στο κορμί σου

με χείλη, σώμα

και τα χέρια μου που αγάπησες

κι εσύ με τους γλυκούς σου στεναγμούς

να τ’ απαγγέλεις,

αγαπημένη μου,

πλάσμα συναρπαστικό·

να φωσφορίζουν πάνω σου στ’ όμορφο βάδισμά σου,

να είσαι μια κινούμενη λατρείας συλλογή,

κι όλοι θα διάβαζαν τα ίχνη της πνοής μου,

όλοι θα έψελναν το πόσο σ’ αγαπώ.

 

Ήθελα

έρωτα να σου κάνω,

αγρίμι κι αγριμάκι,

κι έπειτα −όπως ο πρόσφυγας

που επιστρέφει στην πατρίδα−

να κλάψω αφάνταστα

επάνω στο κορμί σου

για όσα χρόνια

σε στερήθηκαν

τα μάτια μου.

 

 

*   *   *

 

 

 

Από τη συλλογή «Όλα στο μαύρο», Ρώμη 2022.

 

 

 

Ο Δημήτρης Γ. Παπαστεργίου γεννήθηκε το 1968 στη Βέροια όπου και ζει. Έχουν εκδοθεί οι ποιητικές συλλογές του, "Η τράπουλα του καλοκαιριού" (Ars Poetica, 2012), "Furor Scribendi" (Ars Poetica, 2013), "Ο άστεγος της οδού Χαμογέλων" (Σαιξπηρικόν, 2015), "Έλαβον" (Σαιξπηρικόν, 2017), "Τα μεροκάματα ενός έρωτα" (Εντευκτήριο, 2019), "Της μιας ανάσας ποιήματα" (Κουκκίδα, 2021), "Όλα στο μαύρο" (Ρώμη, 2022), "Οκτώηχος Της Αχανούς [Επιλογές και θραύσματα]" (Ρώμη, 2023), "Κάτοψη" (Ρώμη, 2023) και "Αλήθειες & Μυθεύματα [24 ώρες]" (ΑΩ Εκδόσεις, 2025). Ποιήματά του έχουν δημοσιευθεί σε λογοτεχνικά περιοδικά και ανθολογίες.

 

 


20 Οκτωβρίου 2025

Alfonso Reyes

 



                                   The Poppy Field near Argenteuil, 1873, Claude Monet



ARTE  POETICA


1
Asustadiza gracia del poema:
flor temerosa, recatada en yema.


2
Y se cierra, como la sensitiva,
si la llega a tocar la mano viva.


3
—Mano mejor que la mano de Orfeo,
mano que la presumo y no la creo,


4
para traer la Eurídice dormida
hasta la superficie de la vida.



ΠΟΙΗΤΙΚΗ ΤΕΧΝΗ


1

Η τρεμάμενη ομορφιά του ποιήματος:

άνθος ντροπαλό, δειλό μες στο μπουμπούκι του.


2

Και μαζεύεται, όπως η μιμόζα,

όταν την αγγίζει παλάμη ζωντανή.


3

Χέρι καλύτερο απ’ το χέρι του Ορφέα,

χέρι που σαστίζω κι ωστόσο δεν πιστεύω,


4

την κοιμισμένη, για να φέρει, Ευριδίκη

ως την επιφάνεια της ζωής.


                                                                    Από τη συλλογή: Η κοιλάδα και το άλσος, 1944



Glosa de mi tierra


Amapolita morada

del valle donde nací:

sino estás enamorada,

enamórate de mí.


I

ADUERMA el rojo clavel

o el blanco jazmín las sienes;

que el cardo es sólo desdenes,

y sólo furia el laurel.

Dé el monacillo su miel,

y la naranja rugada

y la sedienta granada

zumo y sangre —oro y rubí—;

que yo te prefiero a ti,

amapolita morada.


II 

AL PIE de la higuera hojosa 

tiende el manto la alfombrilla;

crecen la anacua sencilla 

y la cortesana rosa; 

donde no la mariposa, 

tornasola el colibrí. 

Pero te prefiero a ti, 

de quien la mano se aleja: 

vaso en que duerme la queja 

del valle donde nací. 


III 

CUANDO, al renacer el día 

y al despertar de la siesta, 

hacen las urracas fiesta 

y salvas de gritería, 

¿por qué, amapola, tan fría, 

o tan pura, o tan callada? 

¿Por qué, sin decirme nada, 

me infundes un ansia incierta 

—copa exhausta, mano abierta— 

si no estás enamorada?


IV


¿Nacerán estrellas de oro

de tu cáliz tremulento

—norma para el pensamiento

o bujeta para el lloro?—

No vale un canto sonoro

el silencio que te oí.

Apurando estoy en ti

cuánto la música yerra.

Amapola de mi tierra:

enamórate de mí.



ΥΜΝΟΣ ΣΤΗ ΓΗ ΜΟΥ


Μικρή μου μενεξεδιά παπαρούνα,

εκείνης της κοιλάδας όπου έχω γεννηθεί·

αν δεν ερωτεύτηκες,

εμένα η καρδιά σου να ερωτευτεί.



I

Ας αποκοιμηθεί το κόκκινο γαρύφαλλο

ή το λευκό γιασεμί επάνω στους κροτάφους,

γιατί το γαϊδουράγκαθο φέρνει μονάχα απόρριψη

κι η δάφνη μόνο οργή.

Η ταπεινή μέλισσα το μέλι της ας δώσει,

κι η γέρικη πορτοκαλιά ας δώσει τον καρπό 

κι η διψασμένη η ροδιά

χυμό και αίμα φέρνοντας — χρυσάφι και ρουμπίνι·

γιατί εσένα προτιμώ

μικρή μου μενεξεδιά παπαρούνα.



II

Κάτω απ’ τα φύλλα της συκιάς,

που στρώνει ο ίσκιος το χαλί,

λιτό φυτρώνει το ανακούα

κι η εκλεπτυσμένη η ροδιά

όπου  πεταλούδα δεν πετά

και στραφταλίζουν κολιμπρί.

Μα σένα προτιμώ, μικρή μου παπαρούνα, 

που ξένο χέρι δεν την φτάνει —

ποτήρι που αναπαύεται μέσα το παράπονο 

εκείνης της κοιλάδας όπου έχω γεννηθεί.



III

Όταν γεννιέται η νέα μέρα

και στο ξύπνημα απ’ τη σιέστα

καρακάξες κρώζουνε

που κάνουνε γιορτή,

μικρή μου παπαρούνα, γιατί μένεις ψυχρή;

Γιατί είσαι τόσο απόμακρη

και τόσο σιωπηλή;

Γιατί, δίχως μια λέξη

μια αγωνία αβέβαιη, εσύ, μου προκαλείς

ποτήρι που' μεινε αδειανό

με του χεριού την προσμονή

αν δεν ερωτεύτηκες;


IV

Θα γεννηθούν αστέρια χρυσαφένια

μέσα από τον κάλυκα, αυτόν που αναρριγεί

—κανόνας να’ναι λογισμού

ή στάμνα των δακρύων;—

Ένα τραγούδι ηχηρό

ούτε που φτάνει τη σιωπή

αυτή που σ’ αφουγκράστηκα.

Πώς πέφτει έξω η μουσική,

όταν εισβάλλω μέσα σου!

Της γης μου παπαρούνα:

εμένα η καρδιά σου να ερωτευτεί.


                                                                   Μετάφραση: Ματούλα Λιμνιώτη

Πηγή πρωτοτύπου του  «Glosa de mi tierra»: Centro Virtual Cervantes

12 Οκτωβρίου 2025

Langston Hughes

 



                                The Yerres, Effect of Rain, 1875, Gustave Caillebotte 


ΑΡΝΤΕΛΛΑ



Θα σε παρομοίαζα

Με μια νύχτα δίχως αστέρια


Αν δεν ήταν τα μάτια σου.

Θα σε παρομοίαζα

Με έναν ύπνο δίχως όνειρα

Αν δεν ήταν τα τραγούδια σου.



ΚΑΚΟ ΞΗΜΕΡΩΜΑ


Κάθομαι εδώ

Με τα παράταιρα παπούτσια μου.

Κύριε ελέησον!

Τι φριχτά απογοητευτικό!



ΤΟ ΑΠΡΙΛΙΑΤΙΚΟ ΤΡΑΓΟΥΔΙ ΤΗΣ ΒΡΟΧΗΣ



Άσε τη βροχή να σε φιλήσει

Άσε τη βροχή να χτυπάει το κεφάλι σου με αργυρές σταγόνες

Άσε τη βροχή να σου τραγουδήσει ένα νανούρισμα

Η βροχή σχηματίζει λιμνούλες στα γείσα του πεζοδρομίου

Η βροχή δημιουργεί λιμνούλες στην υδρορροή

Η βροχή παίζει ένα μικρό νανούρισμα στη στέγη μας τη νύχτα

Κι εγώ,  τρελαίνομαι για τη βροχή.



                                                                                                   Μετάφραση Μ. Λιμνιώτη

03 Οκτωβρίου 2025

Πέτρος Τσαλιαγκός




The Ship, 1943, Salvador Dali



Όλοι είμαστε γεμάτοι από βαθιές ρωγμές

κάποιοι απλώς μοιάζουν πιο στέρεοι

φοράνε σφιχτές ζώνες από λήθη

και τα κομμάτια συγκρατούν

μ’ αυτό το τέχνασμα

οι περισσότεροι χωρίς τη ζώνη ασφαλείας

μ’ όλες τους τις αναμνήσεις στο προσκήνιο

κάποια στιγμή απροειδοποίητα διαλύονται

αλλού τα χέρια κι αλλού τα πόδια

αλλού η καρδιά κι αλλού τα μάτια

μέσα από αυτή τη κατεδάφιση

ξεπηδά ελεύθερη η ψυχή τους

πετάει ψηλά και κάνει κύκλους γι’ ώρα

τέλος αποκαμωμένη κουρνιάζει

σε μια του ουρανού στοργική γωνιά

για πάντα.



ΟΤΑΝ ΤΑ ΠΟΥΛΙΑ


Όταν τα πουλιά αλλάζουν φτέρωμα

Και τα ελαφριά τα πούπουλα τα παίρνει ο αέρας

Μη θαρρείτε πως χάνονται


Του κάτω κόσμου οι κάτοικοι

Με στοργικές χειρονομίες τα μαζεύουν

Στους μισοσκότεινους και σπηλαιώδεις θόλους

Εκείνα όλα τα μικρά φτερά

Με υπομονή αποθηκεύουν


Και περιμένουν να γίνουν τόσα

ώστε να φτιάξουν μ’ αυτά ανεμόσκαλες

Πάνω να ανεβούν 

Να αντικρύσουν λίγο φως

Να αισθανθούν στο παγωμένο σώμα τους

Τη θαλπωρή της μέρας


Κι ίσως κρυφά να ρίξουν μια ματιά

Μονάχα μια ματιά και τίποτα άλλο

Σε εκείνους που  από χρόνια

 Έχουν αφήσει πίσω.

02 Οκτωβρίου 2025

Γιάννης Τσίγκρας

 



                                 Night over the Rhone, 1888, Vincent Van Gogh


ΧΑΪ-ΚΟΥ


Πoίημα είναι
φθόγγοι, πασπαλισμένοι
λεπτόν ουρανό.



ΤΟ ΣΥΛΛΟΓΙΚΟ ΒΑΘΟΣ


Ασχολούμαι με την ποίηση, σημαίνει
τραγουδώ
και για πράγματα που υπερβαίνει η μνήμη
και ο ατομικός μου ρυθμός.
Είναι όπως το βάθος των Συναξαρίων,
εκεί, όπου η σωρεία των σημείων και τεράτων,
λειαίνει το κείμενο,
κι ένας αόρατος δρυοκολάπτης, επιμένει στο οξύρρυγχο,
και μακρινό,
«συνέβη
».


ΓΙΑ Ν’ ΑΠΟΓΕΙΩΘΕΙΣ


Στην αρχή δεν το παίρνεις καν είδηση,
δυο σταγόνες διάφανες,
πέντε λέξεις, όπως εκείνες
του Μαλαρμέ και του Βαλερί, κολυμπούν,
χρυσόψαρα
στο μεγακείμενο,
εσύ κοιτάζεις πάντοτε τη γυάλα,
η μουσική για αστέρια παίζεται με κρουστά,
και συνεχίζεις,
ξάφνου το αντιλαμβάνεσαι,
το καθαρό ποίημα έχει τελειώσει εδώ κι αιώνες,
όλα τ’ άλλα είναι έρμα, που ’πρεπε να πετάξεις,
για ν’ απογειωθείς.



ΠΡΙΝ ΑΝΑΛΥΘΟΥΜΕ ΣΕ ΜΟΥΣΙΚΗ


Κι είναι κάποιες στιγμές που θέλουμε να ξαναζήσουμε
πριν γίνουμε σύννεφα,
πριν αναλυθούμε σε μουσική και λευκά κρίνα:
Μια αμμουδιά με καμπύλες κι αχινούς,
το Χοντρό-Λιγνό στην παράγκα της Μεταμόρφωσης,
τα ποδήλατα και τους νυχτερινούς βατράχους.
Θέλω
στο τέλος μου
το αδαμάντινο,
όταν τ’ άστρα θα σβήνουν ένα ένα επιβλητικά
κι η απορία μου θα λιγοστεύει.
Ω Κίρκεγκωρ, ω Νίτσε, κατανοώ την αγωνία σας:
Η επανάληψη είναι ένα ξανθό μυρμήγκι,
που βγαίνει απ’ τους μυκτήρες.
Απαραίτητο όσο το «a caza d' Irene» τω
ν παλαιών εκδρομών.



CERCIS SILIQUASTRUM


Εγώ που έλειπα απ’ την εκταφή,
χρωστώ μια βαθιά υπόκλιση,
ένα τρυφερό αγκάλιασμα του κορμού της κουτσουπιάς
(επιστημονική ονομασία Cercis siliquastrum),
για τα μοβ ανθάκια που χάριζε, επειδή την παρακάλεσα,
καθημερινά, επί τέσσερις Ανοίξεις,
στον τάφο της μητέρας.


ΤΙ ΝΑ ΤΟ ΚΑΝΩ;


Είναι κι όσοι κυνηγούν με τη σφεντόνα το ποίημα,
σπανίως το πετυχαίνουν
αλλά κι όταν το καταφέρουν, «τι να το κάνω» λεν, «τούτο
το πεθαμένο τρυγόνι;»



ΠΗΓΗ: «Ποιήματα Γιάννης Τσίγκρας»,  εκδόσεις ΕΝΔΥΜΙΩΝ, 2018

21 Σεπτεμβρίου 2025

Robert Frost

 




The Goldfinch, 1654, Carel Fabritius




ΠΑΓΟΣ ΚΑΙ ΦΩΤΙΑ


Μερικοί λένε πως ο κόσμος θα τελειώσει μέσα στη φωτιά,
Άλλοι υποστηρίζουν μες στον παγετό.
Απ' όσα τα προτίμησα από επιθυμία,
με κείνους είμαι στο πλευρό που είναι της φωτιάς.
Μα δυο φορές αν ήτανε να χανότανε ο κόσμος
θαρρώ πως το' μαθα τόσο πολύ καλά το μίσος
Που θα' λεγα με σιγουριά ότι με πάγο αν χανότανε
Εξίσου είναι θαυμάσιο
και τούτο, από μόνο του, θα ήταν αρκετό.



ΜΙΑ ΕΡΩΤΗΣΗ


Μια φωνή είπε: Κοιτάξτε με στα αστέρια
Και πείτε μου ειλικρινά, άνθρωποι της γης,
Αν όλα τα σημάδια στην ψυχή και στο σώμα μου
Δεν ήταν ένα υπερβολικό τίμημα για τη γέννησή μου.



ΕΝΑ ΜΙΚΡΟ ΠΟΥΛΙ


Είχα ευχηθεί ένα μικρό πουλί να πετάξει μακριά,
Και να μην τραγουδάει δίπλα στο σπίτι μου όλη τη μέρα.
Του χτύπησα παλαμάκια από την πόρτα,
Όταν ένιωθα ότι δεν άντεχα πια.
Το φταίξιμο πρέπει να είναι δικό μου εν μέρει 
Το πουλί για το τραγούδι του δε φταίει.
Και φυσικά πρέπει να υπάρχει κάτι λάθος εδώ,
Με το να θέλω κάθε τραγούδι να σωπάσει.



ΑΦΟΣΙΩΣΗ


Άλλη αφοσίωση δεν έχει η καρδιά
Σ' ωκεανό να γίνεται απέραντη αμμουδιά-
την ίδια θέση πάντοτε εκείνη να κρατά
μ' αιώνια επανάληψη το κύμα να χτυπά.



Ο ΑΣΤΕΡΙΣΜΟΣ ΤΟΥ ΜΕΓΑΛΟΥ ΚΥΝΟΣ


Ο Μέγας Κύων
Με το άστρο στο 'να μάτι του
Αυτό το ουράνιο θεριό
Θα φτάσει στην ανατολή
Με ένα σάλτο σαν να πάει σε διπλανό χωριό.
Στα μπροστινά τα πόδια του
στιγμή δε θα σταθεί
γιατί χορεύει όρθιος, πορεύεται ως τη δύση,
Μην έχοντας ανάγκη για να ξεκουραστεί.
Κι εγώ, που'μαι εδώ κάτω περιθωριακός
απόψε θα γαυγίσω
Με την παρέα του Κυνός
Θα τρέχουμε- το σκότος μου
τη νύχτα αυτή να σκίσω.




 
                                                                                               Μετάφραση  Μ. Λιμνιώτη
                                                                    Πρώτη δημοσίευση στην ''Πολύμνια ''
                                                                                                            τεύχος 14